11 Μαρ 2007

Ιδρυτική διακήρυξη της νέας βάρδιας

ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ ΧΩΡΙΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ,

ΕΡΓΟΔΟΤΕΣ ΧΩΡΙΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ

Βλέπουμε τους μισθούς μας να κυμαίνονται μονίμως κάπου γύρω από το όριο της φτώχειας. Αμειβόμαστε με 600 κι 700 ευρώ που δεν φτάνουν ούτε για να συντηρήσει κανείς τον εαυτό του, πόσο μάλλον να έχει αξίωση για μια στοιχειώδη ποιότητα στη ζωή του, για κάτι παραπάνω από το φαί-ύπνος-δουλειά. Αυτοί οι μισθοί τελικά μας οδηγούν στην αναζήτηση και δεύτερης δουλειάς ή στην δουλειά μέχρι τελικής πτώσεως σε μία, μήπως και ο μισθός αυγατίσει λίγο, μήπως μας φτάσει να πληρώσουμε νοίκια και λογαριασμούς.

Βλέπουμε ότι στη δουλειά μας είμαστε περαστικοί. Βλέπουμε την εργασιακή ανασφάλεια και την ανεργία να φορτώνονται ως ευθύνη σε μας, στα ανεπαρκή μας προσόντα, στις ελλιπείς ικανότητες μας, στο φτωχό βιογραφικό μας. Βλέπουμε τον αυταρχισμό στους χώρους δουλειάς να ενισχύεται ολοένα. Βλέπουμε τον ελεύθερό μας χρόνο να κατατεμαχίζεται, να υποθηκεύεται διαρκώς από τον εργάσιμο χρόνο που γίνεται όλο και λιγότερο συγκεκριμένος και συνεχής.

Τα ελαστικά ωράρια, οι κυλιόμενες βάρδιες και τα κυλιόμενα ρεπό, τα σπαστά ωράρια και οι μονίμως «έκτακτες» υπερωρίες, κάνουν τον χρόνο της δουλειάς απροσδιόριστο και ατελείωτο, τον απλώνουν σε όλη την ημέρα, τη βδομάδα, τη ζωή.

Η προσωρινότητα είναι το κυρίαρχο χαρακτηριστικό σήμερα, κατά κανόνα είμαστε άνεργοι με αναστολή. Οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι προσλήψεις μέσω πλήθους προγραμμάτων (Ο.Α.Ε.Δ. stage, επιδοτούμενα) «για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας», μας οδηγούν στην ομηρία. Είμαστε όμηροι της κάθε κυβέρνησης, της Ε.Ε. (οδηγία Μπόλκεσταιν), όλων των “επιτελείων” που “σχεδιάζουν” κάθε τόσο “νέα” αντεργατικά μέτρα βάσει των εργοδοτικών συμφερόντων. Η ευρωπαϊκή οδηγία 1999/70/ΕΚ της 28/06/99 που νομιμοποιεί το καθεστώς των συμβασιούχων και οι νομικές ευκολίες στις απολύσεις ώστε να μπορούν οι εργοδότες να ανακυκλώνουν τους εργαζόμενους τους χωρίς κόστος, είναι δύο μόνο τέτοια μέτρα. Το λογιστήριο της επιχείρησης από το ταμείο ανεργίας απέχουν πάντα μόλις ένα βήμα.

Κι όμως εμείς καλούμαστε να πληρώσουμε τις στρεβλώσεις που προκαλεί αυτή η πολιτική: Επιδιδόμαστε άθελά μας σ' ένα ατελείωτο κυνήγι προσόντων, σε έναν αέναο μεταξύ μας ανταγωνισμό. Μεταβαλλόμαστε διαρκώς από άξιους σε ανάξιους και αντίστροφα, μέχρι την επόμενη εξέταση, το επόμενο σεμινάριο, την επόμενη συνέντευξη. Καλούμαστε ακόμα και να δουλέψουμε δωρεάν ή με μειωμένες αποδοχές στο όνομα κάποιας μαθητείας, κάποιας πρακτικής άσκησης ή και έρευνας (μεταπτυχιακοί). “Επενδύουμε” στην «βελτίωσή» μας, για να μπορούμε να πουλήσουμε καλύτερα τον πιο ανταγωνιστικό εαυτό μας. Η καλλιέργεια του ανταγωνισμού οδηγεί στον κατακερματισμό και την πολυδιάσπαση του συνόλου των εργαζομένων (μαζί με την πολυμορφία των συμβάσεων, τα διάφορα μοντέλα υπενοικίασης, κτλ.) που επικυρώνουν την εξατομίκευση και την απομόνωσή μας. Γεγονός που μας καθιστά αδύνατους να υπερασπιστούμε ενιαία και να διεκδικήσουμε συλλογικά τα συμφέροντά μας, αφού υπονομεύεται η εργατική αλληλεγγύη.

Η απεργία, από αναφαίρετο δικαίωμα του εργαζόμενου έχει μετατραπεί σε σκάνδαλο που κάθε εργοδότης δικαιούται να αντιμετωπίσει κατά το δοκούν. Οι όροι εργασίας θεωρούνται πλέον μονομερής απόφαση του εκάστοτε αφεντικού, δική του υπόθεση «για το πώς θα κάνει κουμάντο στη δουλειά του». Ο εργαζόμενος επιτρέπεται να συναινεί, να ανέχεται ή να αλλάζει δουλειά «γιατί έτσι είναι εδώ τα πράγματα και άμα σου αρέσει».

Μέσα σε όλη αυτή την κατάσταση βλέπουμε την απουσία του επίσημου εργατικού συνδικαλισμού ή για την ακρίβεια δεν τον βλέπουμε καθόλου, τουλάχιστον στη δουλειά μας. Τους γραφειοκράτες «εκπροσώπους» μας (Γ.Σ.Ε.Ε – Α.Δ.Ε.Δ.Υ.)τους βλέπουμε μόνο στην TV, χαμογελαστούς μαζί με την αφρόκρεμα της εργοδοσίας, κάθε φορά που υπογράφουν ψευτοαυξήσεις της ξεφτίλας, κάθε φορά που κάνουν «τακτικές και αναγκαίες υποχωρήσεις» ξεπουλώντας κάποιο ακόμα από όσα δικαιώματα μας έχουν απομείνει. Τους βλέπουμε να μιλάνε την ίδια γλώσσα με επιχειρηματίες και κυβερνώντες, να προσπαθούν να μας στριμώξουν σε κάποια γωνιά της «αναπτυξιακής προοπτικής της χώρας» και της «ανταγωνιστικότητας των ελληνικών επιχειρήσεων». Παράλληλα προσπαθούν να «συμμορφώσουν» κι άλλο την ανεξάντλητη δεξαμενή εν δυνάμει εργαζομένων, αναγνωρίζοντας στον εαυτό τους ρόλο στην εκπαιδευτική διαδικασία με τους όρους που επιβάλλουν γι' αυτήν οι εργοδότες, το κράτος και οι θεσμοί τους. Συμφωνώντας πάντα με τις κυβερνήσεις, την Ευρωπαϊκή Ένωση, τον Σ.Ε.Β. και τις επιταγές της αγοράς, θέλουν να συμβάλουν με τον τρόπο τους στις αντιδραστικές αλλαγές στην εκπαίδευση, που όλοι καταλαβαίνουν πως στοχεύουν στην αλλαγή του τοπίου των εργασιακών σχέσεων.

Ένα ζωντανό παράδειγμα αυτής της συντηρητικής αναμόρφωσης της εκπαίδευσης είναι τα δημόσια και ιδιωτικά Ι.Ε.Κ.-Κ.Ε.Κ. που λειτουργούν με επιδοτήσεις της Ε.Ε. και με πολιτική απόφαση των κυβερνήσεων Ν.Δ. και ΠΑ.ΣΟ.Κ. παρέχουν μερική γνώση (εξειδίκευση) και δεν κατοχυρώνουν κανένα επαγγελματικό δικαίωμα, παρά μόνο το δικαίωμα στον μελλοντικό εργοδότη να εκμεταλλευτεί τον καταρτιζόμενο όσο το δυνατόν φτηνότερα! Στις άλλες βαθμίδες, τα γνωστικά αντικείμενα στα ΑΕΙ και ΤΕΙ κατακερματίζονται, το λύκειο έχει γίνει φροντιστηριακό κατώφλι των πανεπιστημίων, η δημόσια τεχνική δευτεροβάθμια εκπαίδευση διαλύεται από τις αλλεπάλληλες μεταρρυθμίσεις, ακόμη κι αυτή η εννιάχρονη υποχρεωτική εκπαίδευση αποτυγχάνει.

Από την άλλη, βλέπουμε καθημερινά τις επιτεύξεις των επιστημών και της πληροφορικής να εισβάλλουν στη ζωή μας, στο χώρο εργασίας μας και να αυξάνουν τις υποσχέσεις για μια καλύτερη ζωή. Πράγματι αυτή η τεχνολογική επανάσταση δημιουργεί τις καλύτερες προϋποθέσεις για την ανάπτυξη του κοινωνικού πλούτου και την «απελευθέρωση» του ελεύθερού μας χρόνου. Με πολύ χαρακτηριστικό τρόπο, επίσημη έκθεση του ΔΝΤ εγγυάται, με περίσσιο θράσος, ότι υπάρχουν οι δυνατότητες πια για μείωση του εργάσιμου χρόνου έτσι ώστε να μπορούμε να δουλεύουμε λιγότερο για να δουλεύουμε περισσότεροι, με μεγαλύτερους μισθούς για περισσότερες απολαβές, χωρίς να υπάρχει κανένας κίνδυνος μείωσης των κοινωνικών και υλικών αγαθών! Ποιος διαχειρίζεται και καρπώνεται όμως το υπερπροϊόν των νέων τεχνολογιών;

Αυτή η εικόνα της ζωής μας, αυτό που μας σερβίρεται, δεν μπορεί να είναι ούτε τυχαίο, ούτε ένα σύνολο λαθών που μένει κάποιος να τα προσέξει και να καταπιαστεί με την αντιμετώπισή τους. Δεν είναι απλά μια σειρά προβλημάτων που έχει ο νέος εργαζόμενος. Είναι ένα σύνολο που το διαπερνά μια ενιαία λογική, μια κατάσταση που κάποιους συμφέρει και εμάς όχι, μια κατάσταση που στήνεται μεθοδικά και προγραμματισμένα. Και μόνο από μια τέτοια σκοπιά μπορούμε να εξηγήσουμε, να καταλάβουμε αυτό που συμβαίνει.

Και δεν είναι άλλη από τις πολιτικές επιλογές της εκάστοτε κυβέρνησης να υπηρετήσει τα κέρδη και τους νόμους της αγοράς, σύμφωνα πάντα και με τις ευρωπαϊκές οδηγίες που καθιστούν καθοριστικό τον ρόλο της Ε.Ε, της πιο ισχυρής ένωσης των προνομιούχων τάξεων στην Ευρώπη και μιας από τις ισχυρότερες στον κόσμο (οδηγία Μπόλκενσταϊν, Πράσινη Βίβλος για την πλήρη κατεδάφιση των δικαιωμάτων των εργαζομένων, ακόλουθα της στρατηγικής της Λισαβόνας). Δεν είναι κανένας άλλος παρά η κυβέρνηση της Ν.Δ. που εξαπολύει νέες αντεργατικές «μεταρρυθμίσεις» και το ΠΑ.ΣΟ.Κ. ως συμπολιτευόμενη αντιπολίτευση που τις επισφραγίζει: προϋπολογισμός, ιδιωτικοποιήσεις, μίνι ασφαλιστικό, νέα φορολογικά μέτρα, αλλαγές των Δ.Ε.Κ.Ο., με κορυφαία επιδίωξη την αναθεώρηση του Συντάγματος. Αυτοί είναι που επιλέγουν να αποπροσανατολίσουν τους εργαζόμενους σε συνεργασία με τη μεγάλη πλειοψηφία των μέσων ενημέρωσης, αποκρύπτοντας τις ουσιαστικές πληροφορίες και τοποθετώντας εντός του εργαζόμενου τις αντιφάσεις του όλου συστήματος.

Αυτό που για εμάς τους εργαζόμενους είναι πνιγηρό ή και αφόρητο, είναι η μεγαλύτερη παρακαταθήκη για τα κέρδη των εργοδοτών μας. Στα «απλά μαθηματικά» της ανάπτυξης και της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, του ευρωπαϊκού συμφώνου σταθερότητας, της ισχυρής Ελλάδας, εμείς είμαστε το εργατικό κόστος που πρέπει να μειωθεί, οι όποιες απαιτήσεις μας είναι ένα βαρίδι που δεν επιτρέπεται να υπάρχει. Σε αυτήν την εξίσωση, θα είμαστε πάντα χαμένοι. Όσο δεν μπορούμε να δούμε πέρα από αυτήν, όσο δεν τολμάμε στη σκέψη και στην πράξη μας να ανοίξουμε δρόμους για άλλα «μαθηματικά» όπου θα κερδίζουμε εμείς, τόσο θα αναπαράγουμε μια κατάσταση που καταλαβαίνουμε ότι δεν μας χωράει.

ΝΑ ΠΑΡΟΥΜΕ ΠΙΣΩ ΤΗ ΖΩΗ ΠΟΥ ΜΑΣ ΚΛΕΒΟΥΝΕ

Στις μέρες μας, κάθε “έγκριτος αναλυτής” όταν μπει στον κόπο να μιλήσει για κάποιο δικαίωμα ή κάποιο αίτημα των εργαζομένων σπεύδει να διευκρινίσει ότι σε κάθε περίπτωση δεν μπορούμε να θίξουμε τους κανόνες της αγοράς, δεν μπορούμε να υποθηκεύσουμε την κερδοφορία των επιχειρήσεων. Νοιώθουν πάντα την ανάγκη να πλύνουν το στόμα τους από κάθε γεύση ακόμα και της πιο ανώδυνης εργατικής αμφισβήτησης.

Εμείς πάλι από τη μεριά μας νιώθουμε την εντελώς αντίστροφη ανάγκη να διευκρινίσουμε ότι σε κάθε περίπτωση, σε κάθε επιμέρους ζήτημα, ακόμη και στην πιο μικρή διεκδίκηση, φιλοδοξούμε να υπονομεύσουμε ακριβώς αυτούς τους νόμους της αγοράς, ακριβώς αυτά τα κέρδη των εργοδοτών μας. Γιατί είναι πλέον σαφές για εμάς ότι για να γίνει το μέλλον μας ακόμη και στοιχειωδώς βιώσιμο, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε τους λογαριασμούς μας με όσα μας παρουσιάζουν ως δεδομένα και απαραβίαστα, με τα ιερά και τα όσια των συμφερόντων τους.

Αυτό που σήμερα απαιτείται είναι να βάλουμε, όχι στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων αλλά στους δρόμους του αγώνα, τις ανάγκες μας μπροστά. Να αρθρώσουμε ένα λόγο απαίτησης και διεκδίκησης που να μας ενώνει με βάση τα συμφέροντά μας, που να εμφανίζει μια νέα πρόταση για τα κοινωνικά και οικονομικά μας δικαιώματα. Να μιλήσουμε για μια σύγχρονη χάρτα αναγκών και δικαιωμάτων της εργαζόμενης νεολαίας στη δουλειά και στη ζωή. Να τολμήσουμε να αντιστρέψουμε τους δείκτες των χρηματιστηρίων, ανεβάζοντας τους δείκτες του δικού μας πλούτου, του ελεύθερού μας χρόνου. Να ιεραρχήσουμε αντίστροφα τους στόχους της κοινωνίας, βάζοντας στην κορυφή της πυραμίδας τις δικές μας ανάγκες ως μοναδικό κριτήριο. Την ανάγκη για την απελευθέρωση του ελεύθερου χρόνου από τα δεσμά του εργάσιμου, έτσι ώστε καθένας από εμάς να μπορεί να συμβάλλει και να συναποφασίζει σε ότι αφορά την εργασία μας, τα κοινωνικά προβλήματα αναπτύσσοντας συλλογικές δραστηριότητες, ενώ παράλληλα να νοιώθει ικανός να χρησιμοποιήσει τον ελεύθερό του χρόνο δημιουργικά.

  • Σταθερή και μόνιμη δουλειά. Όχι στην ελαστική εργασία, στην ημιαπασχόληση, στις συμβάσεις ορισμένου χρόνου. Απαγόρευση των απολύσεων, καμία συζήτηση για κατάργηση της μονιμότητας στο δημόσιο.
  • Συνεχές, ενιαίο, μειωμένο ωράριο. Λιγότερη δουλειά, δουλειά για όλους. Κατάργηση των ελαστικών και των σπαστών ωραρίων, της επιμήκυνσης του χρόνου εργασίας.
  • Αυξήσεις στους μισθούς με βάση τις πραγματικές ανάγκες. Άμεσα βασικός μισθός στα 1400 ευρώ.
  • Δημόσια και δωρεάν κοινωνική ασφάλιση – υγεία για εργαζόμενους και ανέργους. Κατάργηση της εργατικής ασφαλιστικής εισφοράς, να πληρώσουν κράτος και εργοδότες. Δραστική μείωση των ορίων συνταξιοδότησης.
  • Επίδομα ανεργίας ίσο με το βασικό μισθό χωρίς προϋποθέσεις (αριθμός ενσήμων, απόλυση κλπ.). Δωρεάν εισιτήρια για τις μετακινήσεις των ανέργων.
  • Πλήρη δημοκρατικά δικαιώματα στους χώρους δουλειάς.
  • Ίσα κοινωνικά, πολιτικά, εργασιακά δικαιώματα για τους μετανάστες.
  • Ελεύθερη πρόσβαση σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. Ίσα μορφωτικά και επαγγελματικά δικαιώματα για όλους.

Από μια τέτοια σκοπιά να απαντήσουμε στο σύγχρονο μεσαίωνα που ζούμε στη δουλειά. Ενάντια στην εργοδοσία και στα ηγετικά επιτελεία του ελληνικού κεφαλαίου (ΣΕΒ κλπ.). Ενάντια στις κυβερνήσεις που ενορχηστρώνουν και θεσμοθετούν την επίθεση στα δικαιώματά μας. Ενάντια στην Ε.Ε. που συντονίζει και προωθεί το ευρωπαϊκό όραμα-εφιάλτη της αιώνιας λιτότητας, του ευρώ και του συμφώνου σταθερότητας. Ενάντια στις λογικές που πρεσβεύουν ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, στο όνομα της ανάπτυξης, της επιχειρηματικής δραστηριότητας και στην υπονόμευση των εργατικών συμφερόντων μας, υπογράφοντας αυξήσεις πείνας, υποκλινόμενοι σε όλα τα παραπάνω επιτελεία.

ΑΓΩΝΑΣ ΓΙΑ ΤΑ ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΝΕΟΛΑΙΪΣΤΙΚΑ ΕΡΓΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

Όσοι συμμετέχουμε στη συγκρότηση της “νέας βάρδιας” πιστεύουμε ότι τώρα είναι καιρός να πάρουμε το λόγο και να μιλήσουμε για μάχες και για νίκες. Να μιλήσουμε για την ανάγκη του συλλογικού αγώνα, για την ανάγκη μιας πλατιάς και πολύμορφης αντιπαράθεσης με την εργοδοσία και την κυβέρνηση, για ένα ρεύμα αντίστασης, ρήξης και ανατροπής στην εργαζόμενη νεολαία. Για να συμβάλλουμε στο να εμφανιστεί στην ίδια τη ζωή μια μαχητική, συλλογική και ανατρεπτική πρόταση για το πώς θα ζήσουμε καλύτερα. Στο να εμφανιστεί μια πραγματική διέξοδος, κόντρα στις αυταπάτες της ατομικής ανόδου, που φτιάχνει συνήθως τα μεγαλύτερα και πιο πρόθυμα θύματα της εργοδοσίας, κόντρα και στις σειρήνες του ψευτοβολέματος που παράγει ανθρώπους-ομήρους, βαθιά ηττημένους και τελικά ακόμη περισσότερο εκτεθειμένους στη διαρκή ανασφάλεια.

Η συλλογικότητα που συγκροτούμε, πιστεύουμε πως μπορεί να είναι μια κρίσιμη συμβολή στη εμφάνιση μιας τέτοιας πρότασης και προοπτικής και στην αγωνιστική έκφρασή της. Με αυτό το σκεπτικό η “νέα βάρδια” φιλοδοξεί:

  • Να συνιστά μια πηγή πληροφόρησης για τα δικαιώματα του νέου εργαζόμενου ενάντια στην αυθαιρεσία της εργοδοσίας, ένα βήμα αποκάλυψης και καταγγελίας των κυβερνητικών και ευρωπαϊκών σχεδιασμών για ακόμη βαθύτερες αντεργατικές αλλαγές και μεταρρυθμίσεις.
  • Να συγκροτεί ένα δίκτυο νεολαιίστικης εργατικής αλληλεγγύης, να στηρίζει προσπάθειες αγώνα και διεκδίκησης σε χώρους δουλειάς, να καταγγέλλει και να παλεύει για την ανάκληση απολύσεων, να συμβάλλει έμπρακτα στην ανατροπή του εργοδοτικού αυταρχισμού.
  • Να αποτελεί ένα χώρο διαλόγου, συζήτησης και αναζήτησης νέων εργαζομένων για τις απαντήσεις που απαιτούνται στα σύγχρονα ερωτήματα στη δουλειά και στη ζωή. Ένα χώρο όμως που όχι μόνο θα αναζητεί, αλλά και θα τολμά να διατυπώνει απαντήσεις, να διαμορφώνει πρόταση για την αναγκαία για τους εργαζόμενους κοινωνική και πολιτική προοπτική, να θέτει μια τέτοια πρόταση σε αντιπαράθεση με την κυρίαρχη πολιτική.
  • Να παίρνει μαχητικές πολιτικές πρωτοβουλίες, για το σύνολο των ζητημάτων που απασχολούν την εργαζόμενη νεολαία, να εμφανίζει δημόσια και αγωνιστικά έναν εργατικό νεολαιίστικο λόγο σε κεντρικά κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα.
  • Να στοχεύει, και να μετριέται σε αυτό, στη συγκρότηση σωματείων ή στην ενίσχυση ήδη υπαρχόντων αλλά και στην συγκρότηση αριστερών ριζοσπαστικών συλλογικοτήτων σε χώρους όπου εργάζεται μαζικά η νεολαία, παλεύοντας στα σχήματα και στα σωματεία ενάντια στις λογικές διαχείρισης και εκπροσώπησης, σύμφωνες κάθε φορά με τα κομματικά συμφέροντα (ΠΑΣΚΕ-ΔΑΚΕ-ΠΑΜΕ…),με στόχο να βάλει μπροστά τα δικαιώματα των εργαζομένων και πρώτα απ’ όλα το δικαίωμά τους να αποφασίζουν και να παλεύουν οι ίδιοι για τις ανάγκες τους, προβάλλοντας αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες, όπως αυτή των Γενικών Συνελεύσεων,
  • Να συμβάλλει, με το λόγο και τη δράση της, στην εμφάνιση συνολικά στην κοινωνία μιας νέας αριστερής πρότασης για το παρόν και το μέλλον, μιας ριζοσπαστικής αριστεράς του αγώνα και της νίκης, του σύγχρονου, επίκαιρου και αναγκαίου αντικαπιταλισμού της εποχής μας.

14 Φεβ 2007

Το "πρεκαριάτο"

Ο Τάκης Καμπύλης στα "Νέα":

Eνστάσεις
H ΛΕΞΗ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ: Ανεργία. H πρώτη προσπάθεια αντιμετώπισης της ανεργίας (κυρίως ως επαιτεία τότε) έγινε αμέσως μετά τη Γαλλική Επανάσταση, με τη χρηματοδότηση κατασκευής καναλιών στον Σηκουάνα.
Ο «Σαν Πρεκάριο» και η Φένια...
H ΦΕΝΙΑ δεν είχε ακούσει για τον «Σαν Πρεκάριο» («Άγιο Επισφαλή») τον οποίο «γιόρτασαν» με καταλήψεις και χάπενινγκ σε σούπερ μάρκετ και άλλους καταναλωτικούς ναούς στην Ιταλία, αλλά και σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, στις 7 Νοεμβρίου. Επίσης δεν ξέρει ότι ανήκει και αυτή στο precariato, στην κατηγορία των «επισφαλώς απασχολουμένων», διάδοχο κατά πολλούς του παλαιού προλεταριάτου. H Φένια είναι 24 χρόνων, ζει στην Καλλιθέα μαζί με τους γονείς της και πιστεύει ότι θα ζήσει μαζί τους για πολλά χρόνια ακόμη. Όταν μιλάμε για ευέλικτες μορφές εργασίας και για το τέλος της πλήρους απασχόλησης, μιλάμε (και) για τη Φένια. Με απολυτήριο Λυκείου, σχετικά καλά αγγλικά και βασικές γνώσεις PC, η Φένια έχει μέχρι σήμερα αλλάξει τρεις δουλειές.

Περισσότερα...

9 Φεβ 2007

15+5 χρόνια "Σίσυφοι" στο βουνό του Μάαστριχτ

15+5 χρόνια «Σίσυφοι» στο βουνό του Μάαστριχτ

Η Συνθήκη του 1992 μετέβαλε τους εργαζομένους σε θύματα μιας διαρκούς λιτότητας που θα επιδεινωθεί ώς το 2012
Δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια οι εργαζόμενοι της χώρας αναζητούν τις ρίζες τους στη μυθική αρχαιότητα.



Από τις 7 Φεβρουαρίου 1992, οπότε υπεγράφη η Συνθήκη του Μάαστριχτ, σαν άλλος Σίσυφος, σέρνουν στις βουνοπλαγιές το βράχο της δημοσιονομικής εξυγίανσης. Και μόλις φτάνουν στην κορυφή (δηλαδή την πραγματοποιούν μέσω της αύξησης των φόρων) οι θεοί του Μάαστριχτ σπρώχνουν το βράχο στα ριζά του βουνού και... πάλι από την αρχή.
Το μαρτύριο των εργαζομένων, που δυσφήμησε την κατά τα άλλα μικρή και όμορφη κωμόπολη της Ολλανδίας, δεν φαίνεται να έχει τελειωμό, παρ' ότι επιτεύχθηκε ο μέγιστος οικονομικός στόχος της Συνθήκης, η δημιουργία του ευρώ, όχι όμως και η πολιτική ενοποίηση. Τα «εύηχα» (πλην κατ' ευφημισμόν αποκαλούμενα) Προγράμματα Σύγκλισης (που προηγήθηκαν του ευρώ) τα διαδέχθηκαν τα Προγράμματα Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Και μετά το 2001 η δημοσιονομική εξυγίανση παρέμεινε και στην Ελλάδα βασική συνιστώσα της οικονομικής πολιτικής, με λογικές δικαιολογίες αλλά και με προσχήματα. Η λιτότητα σε αμοιβές, εισοδήματα και κοινωνικές δαπάνες (η Παιδεία αναζητεί στους δρόμους το 5% του ΑΕΠ και ο Δ. Αβραμόπουλος χρειάστηκε να συνεννοηθεί με σειρά υπουργών για να χρηματοδοτήσει το εμβόλιο κατά του καρκίνου του τραχήλου) θα συνεχιστεί μέχρι το 2012, σύμφωνα με τις επίσημες δεσμεύσεις που έχει αναλάβει και η χώρα απέναντι στα κοινοτικά όργανα. Μέχρι τότε ο ελληνικός προϋπολογισμός πρέπει να εμφανίσει τουλάχιστον μηδέν έλλειμμα ή να εμφανίσει και πλεόνασμα. Ολοι αντιλαμβάνονται ότι μόνον ένα θαύμα στον τομέα της φοροδιαφυγής μπορεί να αποσείσει ένα νέο «βράχο» φόρων στα επόμενα 5 χρόνια, οπότε επίσης θα «τρέξουν» οι επώδυνες αλλαγές στο Ασφαλιστικό και οι επόμενες μεταρρυθμίσεις.

Χειρότερη η επόμενη 5ετία
Η ειδοποιός διαφορά, πάντως, μεταξύ της περιόδου 1992-2007 και 2007-2012 είναι ότι η χειροτέρευση των όρων στο status των εργαζομένων θα ενταθεί και θα εκταθεί στην επόμενη πενταετία και πέραν των εισοδημάτων και των μισθωτών. Ενώ στην περασμένη 15ετία δέσποσε η δημοσιονομική πειθαρχία, δηλαδή η διατίμηση των εισοδημάτων των μισθωτών και η περιστολή των κοινωνικών δαπανών του προϋπολογισμού, στη νέα πενταετία θα υπάρξει, όπως διαφαίνεται, και παρέμβαση στην αγορά εργασίας. Κατευθυντήρια γραμμή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι η ευελιξία με κοινωνική προστασία, δηλαδή ευκολότερες απολύσεις, με τον απολυμένο να δέχεται την ενίσχυση του κράτους. Μόνο που, όπως επισημαίνει και η ΓΣΕΕ, το βάρος πέφτει στο πρώτο σκέλος, ενώ η κοινωνική προστασία είναι ζητούμενο.
Υπάρχουν ακόμη σοβαρές ενδείξεις ότι η χειροτέρευση των όρων διαβίωσης θα επεκταθεί σε άλλες δύο κοινωνικές κατηγορίες. Τους αγρότες, που εάν δεν βρεθούν εναλλακτικές απασχόλησης, θα αρκεστούν στην επιταγή της Ε.Ε. και θα εγκαταλείψουν τις καλλιέργειες, και τους μικρομεσαίους, οι οποίοι ήδη αντιμετωπίζουν τον οξύτατο ανταγωνισμό των πολυκαταστημάτων και σουπερμάρκετ και στους οποίους θα στραφεί, είτε τώρα είτε σε λίγους μήνες, η προσπάθεια για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής.

Δυσαρέσκεια και καταψήφιση
Η Συνθήκη του Μάαστριχτ λειτούργησε μόνο ως προς το σκέλος της νομισματικής ενοποίησης, με αποτέλεσμα τη δημιουργία και κυκλοφορία του ευρώ το 2001. Η πολιτική ενοποίηση παρέμεινε κενός στόχος. Πολλοί μάλιστα υποστηρίζουν ότι η πολιτική ενοποίηση δεν προχώρησε και εξαιτίας της μονόπλευρης λιτότητας που έπληξε τους εργαζομένους. Καρπός της κοινωνικής δυσαρέσκειας υπήρξε η καταψήφιση του λεγόμενου Ευρωσυντάγματος.

Το μαρτύριο του Σισύφου
Μερικές ενδεικτικές «στάσεις» της σισύφειας διαδρομής του κόσμου της εργασίας, που νόμιζε ότι έφτασε στο πέρας της δημοσιονομικής εξυγίανσης, αλλά το βαρέλι αποδεικνυόταν χωρίς πάτο, είναι:

* 1992: Η τότε κυβέρνηση της Ν.Δ. επιβάλλει τη διαβόητη εισοδηματική πολιτική του 0+0=14%, όπου δεν δίνεται καμία αύξηση στους εργαζομένους κατά τις συνήθεις δύο εξαμηνιαίες δόσεις, αλλά υποστηρίζεται ότι οι «ουρές» από τα προηγούμενα έτη θα δώσουν αύξηση 14%. Αποφασίζεται τότε η υπογραφή της Συνθήκης του Μάαστριχτ, που επιβάλλει λιτότητα με έπαθλο την ΟΝΕ, από τον τότε υπουργό Οικονομίας Ευθ. Χριστοδούλου. Αργότερα ο Στ. Μάνος επιβάλλει καταιγίδα φόρων, αλλά ο φοροεισπρακτικός μηχανισμός καταρρέει το 1993, εξαιτίας της πολιτικής αβεβαιότητας και της αποχώρησης του Αντ. Σαμαρά. Οι εκλογές φέρνουν ξανά το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία.
* Η οικονομική σταθεροποίηση συνεχίζεται με τον Γ. Παπαντωνίου (ο Γ. Γεννηματάς αφήνει την τελευταία του πνοή το 1994) να τραβάει το κουπί του Μάαστριχτ. Το 1996 αρχίζει και επίσημα νέα λιτότητα, για να εισέλθουμε στην ΟΝΕ και τη ζώνη του ευρώ. Στην περίοδο 1996-2000 το φορολογικό βάρος νοικοκυριών και επιχειρήσεων αυξανόταν, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, κατά 27% κάθε χρόνο.
* Το 2004 έρχεται η μεγάλη ανατροπή. Κρυφά ελλείμματα, Ολυμπιακοί Αγώνες και δημοσιονομική απογραφή φέρνουν νέα λιτότητα και νέους φόρους. Τους τελευταίους γευτήκαμε το περσινό καλοκαίρι (τσιγάρα, κινητά, ασφάλιστρα, βενζίνη) και στις αρχές του νέου χρόνου (καύσιμα).
* Η επίταση της λιτότητας για την περίοδο 2007-2012 είναι ήδη ομολογημένη. Στη διατίμηση των εισοδημάτων θα προστεθούν επεμβάσεις για ευκολότερες απολύσεις. Στους θιγόμενους μισθωτούς αναμένεται να προστεθούν μικρομεσαίοι και αγρότες.

Οι συνήθεις χαμένοι


ΣΥΜΠΛΗΡΩΝΟΝΤΑΙ σήμερα 15 χρόνια από την υπογραφή της περιβόητης Συνθήκης του Μάαστριχτ, με την οποία συμφωνήθηκε η Οικονομική και Νομισματική Ενωση (ΟΝΕ) των χωρών-μελών της τότε Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, που μετονομάστηκε σε Ευρωπαϊκή Ενωση.
Η ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΗ ένωση επετεύχθη με την καθιέρωση του ευρώ ως κοινού νομίσματος, αλλά η πολιτική ενοποίηση παραμένει όνειρο μακρινό, με άμεση συνέπεια να είναι ζητούμενο η κάλυψη του δημοκρατικού ελλείμματος.
Η ΕΠΕΤΕΙΟΣ του Μάαστριχτ, πάντως, δεν προσφέρεται για πανηγυρισμούς. Η Συνθήκη δρομολόγησε τη δημοσιονομική εξυγίανση -με το περίφημο Σύμφωνο Σταθερότητας- την οποία επί 15 χρόνια πληρώνουν με λιτότητα και με φορολογικές αφαιμάξεις των εισοδημάτων τους οι εργαζόμενοι.
ΕΙΝΑΙ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΟ ότι οι πολίτες, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στις άλλες χώρες της ΟΝΕ, αποδίδουν στο ευρώ την ακρίβεια και την ανεργία, που πλήττουν τα χαμηλά εισοδήματα και τους εργαζομένους, αλλά και τους μικρομεσαίους, λόγω της μείωσης της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών.
ΤΟ ΠΙΟ ΑΝΗΣΥΧΗΤΙΚΟ είναι ότι το μαρτύριο των εργαζομένων δεν πρόκειται να τελειώσει σύντομα. Σύμφωνα με όλες τις προβλέψεις, θα συνεχιστεί ώς το 2012, δηλαδή για πέντε ακόμη χρόνια και βλέπουμε. Αυτό ακριβώς σημαίνουν οι δηλώσεις των οικονομικών υπουργών, ότι «δεν θα χαλαρώσουμε» και «δεν θα αφήσουμε να πάνε χαμένες οι θυσίες του ελληνικού λαού».
ΥΠΑΡΧΕΙ όμως η εξαίρεση από τις θυσίες, η οποία επίσης θα συνεχιστεί. Αφορά το κεφάλαιο και τις επιχειρήσεις που ευνοούνται από τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, οι οποίες δρομολογήθηκαν με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΛΗ πλευρά, ο κόσμος της εργασίας δεν πρόκειται να πάρει ανάσα και η κατάστασή του μάλλον θα χειροτερέψει στα επόμενα χρόνια. Δύο είναι οι αιτίες:

α) η επιδείνωση του Ασφαλιστικού, που η αντιμετώπισή του θα γίνει σε βάρος των εργαζομένων και

β) η προώθηση της ευελιξίας στην αγορά εργασίας, που σημαίνει ότι θα γίνουν πιο εύκολες οι απολύσεις.

Η ΛΙΤΟΤΗΤΑ, έτσι κι αλλιώς, θα συνεχιστεί ώς το 2012, όπως προκύπτει και από τις δεσμεύσεις που ανέλαβε η Ελλάδα απέναντι στα κοινοτικά όργανα, τα οποία παρακολουθούν τις επιδόσεις τής υπό επιτήρηση ελληνικής οικονομίας.
ΘΑ ΜΕΙΝΟΥΝ στα λόγια μόνον ώς το 2012 οι υποσχέσεις για παροχές, διότι τα επόμενα πέντε χρόνια οι προϋπολογισμοί πρέπει να εμφανίζουν μηδέν έλλειμμα ή και πλεόνασμα. Οι αισιόδοξοι στηρίζουν τις ελπίδες τους σε ένα θαύμα: Στη σύλληψη μέρους της φοροδιαφυγής. Θαύμα, όμως, που θα εξουδετερώσει το μέγα θαύμα της παραοικονομίας δεν γίνεται και μάλιστα με νεοφιλελεύθερη πολιτική.
ΘΑ ΠΛΗΡΩΣΟΥΝ, λοιπόν, οι συνήθεις φορολογούμενοι, στους οποίους θα συμπεριληφθούν οι μικρομεσαίοι και οι αγρότες.


ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 07/02/2007

5 Φεβ 2007

ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΟΔΗΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΣΥΜΒΑΣΙΟΥΧΟΥΣ

31999L0070
Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999 σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 175 της 10/07/1999 σ. 0043 - 0048





ΟΔΗΓΙΑ 1999/70/ΕΚ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 28ης Ιουνίου 1999

σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP


ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 139 παράγραφος 2,

την πρόταση της Επιτροπής,

Εκτιμώντας τα εξής:

(1) ύστερα από τη θέση σε ισχύ της συνθήκης του Άμστερνταμ, οι διατάξεις της συμφωνίας για την κοινωνική πολιτική που προσαρτάται στο πρωτόκολλο για την κοινωνική πολιτική, το οποίο είναι προσαρτημένο στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, έχουν ενσωματωθεί στα άρθρα 136 έως 139 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας·

(2) οι κοινωνικοί εταίροι, σύμφωνα με το άρθρο 139 παράγραφος 2 της συνθήκης, μπορούν να ζητούν από κοινού να υλοποιούνται οι συμφωνίες που συνάπτονται σε κοινοτικό επίπεδο με απόφαση του Συμβουλίου που λαμβάνεται μετά από πρόταση της Επιτροπής·

(3) το σημείο 7 του Κοινοτικού Χάρτη των θεμελιωδών κοινωνικών δικαιωμάτων των εργαζομένων προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι η δημιουργία της εσωτερικής αγοράς πρέπει να οδηγήσει σε βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και εργασίας των εργαζομένων στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Η διαδιακασία αυτή θα επιτευχθεί με την προσέγγιση των εν λόγω συνθηκών με στόχο την πρόοδο, ιδίως όσον αφορά τις μορφές εργασίας, εκτός της εργασίας αορίστου χρόνου, όπως η εργασία ορισμένου χρόνου, η εργασία με μερική απασχόληση, η προσωρινή εργασία και η εποχιακή εργασία·

(4) Το Συμβούλιο δεν αποφάσισε επί της πρότασης οδηγίας σχετικά με ορισμένες σχέσεις εργασίας όσον αφορά τις στρεβλώσεις του ανταγωνισμού(1), ούτε επί της πρότασης οδηγίας σχετικά με ορισμένες εργασιακές σχέσεις όσον αφορά τις συνθήκες εργασίας(2)·

(5) στα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Έσσεν υπογραμμίσθηκε η ανάγκη λήψης μέτρων για "την αύξηση σε ένταση της απασχόλησης στα πλαίσια της ανάπτυξης κυρίως μέσω ελαστικότερης οργάνωσης της εργασίας, η οποία να ικανοποιεί τόσο τις επιθυμίες των εργαζομένων όσο και τις απαιτήσεις του ανταγωνισμού"·

(6) το ψήφισμα του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1999, σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές για την απασχόληση το 1999, καλεί τους κοινωνικούς εταίρους, σε όλα τα ενδεδειγμένα επίπεδα, να διαπραγματευθούν συμβάσεις για τον εκσυγχρονισμό της οργάνωσης της εργασίας, συμπεριλαμβανομένων διευθετήσεων για ευέλικτη εργασία, με σκοπό να γίνουν οι επιχειρήσεις παραγωγικές και ανταγωνιστικές και να επιτευχθεί η απαραίτητη ισορροπία μεταξύ ευελιξίας και ασφάλειας·

(7) η Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 2 της συμφωνίας για την κοινωνική πολιτική, διαβουλεύθηκε με τους κοινωνικούς εταίρους για τον ενδεχόμενο προσανατολισμό μιας κοινοτικής δράσης σε θέματα ευελιξίας του χρόνου εργασίας και ασφάλειας των εργαζομένων·

(8) η Επιτροπή, κρίνοντας μετά τη διαβούλευση αυτή ότι ήταν σκόπιμη η ανάληψη κοινοτικής δράσης, διαβουλεύθηκε εκ νέου με τους κοινωνικούς εταίρους σε κοινοτικό επίπεδο επί του περιεχομένου της μελετώμενης πρότασης, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 3 της εν λόγω συμφωνίας·

(9) οι διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα, ήτοι η Ένωση των Συνομοσπονδιών της Βιομηχανίας και των Εργοδοτών της Ευρώπης (UNICE), το Ευρωπαϊκό Κέντρο Δημοσίων Επιχειρήσεων (CEEP), η Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Συνδικάτων (CES), πληροφόρησαν την Επιτροπή, με κοινή επιστολή της 23ης Μαρτίου 1998, σχετικά με την πρόθεσή τους να κινήσουν τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 4 της προαναφερθείσας συμφωνίας· ότι ζήτησαν από την Επιτροπή, με κοινή επιστολή, συμπληρωματική προθεσμία τριών μηνών· ότι η Επιτροπή ενέκρινε το αίτημα αυτό, παρατείνοντας την περίοδο των διαβουλεύσεων έως τις 30 Μαρτίου 1999·

(10) οι εν λόγω διεπαγγελματικές οργανώσεις συνήψαν, στις 18 Μαρτίου 1999, συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου και διαβίβασαν στην Επιτροπή το κοινό τους αίτημα να υλοποιηθεί η εν λόγω συμφωνία πλαίσιο με απόφαση του Συμβουλίου κατόπιν πρότασης της Επιτροπής, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 2 της συμφωνίας για την κοινωνική πολιτική·

(11) το Συμβούλιο, στο ψήφισμά του της 6ης Δεκεμβρίου 1994, για "ορισμένες προοπτικές μιας κοινωνικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης: συμβολή στην οικονομική και κοινωνική σύγκλιση της Ένωσης"(3), κάλεσε τους κοινωνικούς εταίρους να εκμεταλλευθούν τις δυνατότητες σύναψης συμβάσεων, δεδομένου ότι, κατά γενικό κανόνα, γνωρίζουν καλύτερα τα κοινωνικά προβλήματα και την κοινωνική πραγματικότητα·

(12) τα συμβαλλόμενα μέρη, στο προοίμιο της συμφωνίας πλαισίου για την εργασία μερικής απασχόλησης που υπέγραψαν στις 6 Ιουνίου 1997, ανακοίνωσαν την πρόθεσή τους να εξετάσουν κατά πόσο είναι αναγκαίο να συναφθούν παρόμοιες συμφωνίες για άλλες ευέλικτες μορφές εργασίας·

(13) οι κοινωνικοί εταίροι θέλησαν να προσδώσουν ιδιαίτερη προσοχή στην εργασία ορισμένου χρόνου, επισημαίνοντας ότι είχαν την πρόθεση να εξετάσουν την ανάγκη σύναψης παρόμοιας συμφωνίας για την προσωρινή εργασία μέσω πρακτορείου·

(14) τα υπογράφοντα μέρη θέλησαν να συνάψουν συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου, όπου θα διαγράφονται οι γενικές αρχές και ελάχιστες απαιτήσεις για τις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και τις εργασιακές σχέσεις· έχουν δείξει την επιθυμία τους να βελτιώσουν την ποιότητα της εργασίας ορισμένου χρόνου, εξασφαλίζοντας την εφαρμογή της αρχής της μη διάκρισης, καθώς και να διαμορφώσουν ένα πλαίσιο για να αποτραπεί η κατάχρηση που προκύπτει από διαδοχικές σχέσεις εργασίας ή συμβάσεις ορισμένου χρόνου·

(15) η προσήκουσα πράξη για την υλοποίηση αυτής της συμφωνίας πλαισίου είναι μια οδηγία, κατά την έννοια του άρθρου 249 της συνθήκης· η οδηγία δεσμεύει τα κράτη μέλη ως προς το αποτέλεσμα που πρέπει να επιτευθχθεί, αφήνοντας τον τύπο και τα μέσα στην αρμοδιότητά τους·

(16) σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας και την αρχή της αναλογικότητας, όπως περιέχονται στο άρθρο 5 της συνθήκης, οι στόχοι της παρούσας οδηγίας δεν μπορούν να υλοποιηθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη και δύνανται, συνεπώς, να επιτευχθούν καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο· η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη αυτών των στόχων·

(17) όσον αφορά τους όρους που χρησιμοποιούνται στη συμφωνία πλαίσιο χωρίς να ορίζονται επακριβώς, η παρούσα οδηγία αφήνει στα κράτη μέλη τη μέριμνα να ορίσουν τους εν λόγω όρους σύμφωνα με την εθνική τους νομοθεσία ή/και τις εθνικές τους πρακτικές, όπως ισχύει για άλλες οδηγίες κοινωνικού χαρακτήρα που περιέχουν παρόμοιους όρους, με την προϋπόθεση ότι οι σχετικοί ορισμοί δεν θα είναι αντίθετοι προς τη συμφωνία πλαίσιο·

(18) η Επιτροπή συνέταξε πρόταση οδηγίας, σύμφωνα με την ανακοίνωσή της, της 14ης Δεκεμβρίου 1993, σχετικά με την εφαρμογή της συμφωνίας για την κοινωνική πολιτική και σύμφωνα με την ανακοίνωσή της της 20ής Μαΐου 1998, για "την προσαρμογή και ανάπτυξη του κοινωνικού διαλόγου σε κοινοτικό επίπεδο", λαμβάνοντας υπόψη την αντιπροσωπευτικότητα των υπογραφόντων μερών, την εντολή τους και τη νομιμότητα των ρητρών της συμφωνίας πλαισίου· τα υπογράφοντα μέρη έχουν επαρκή συνολική αντιπροσωπευτικότητα·

(19) η Επιτροπή ενημέρωσε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, αποστέλλοντάς τους το κείμενο της συμφωνίας πλαισίου μαζί με την πρόταση οδηγίας και την αιτιολογική έκθεση, σύμφωνα με την ανακοίνωσή της σχετικά με την εφαρμογή του πρωτοκόλλου για την κοινωνική πολιτική·

(20) το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε στις 6 Μαΐου 1999 ψήφισμα σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο των κοινωνικών εταίρων·

(21) η υλοποίηση της συμφωνίας πλαισίου συμβάλλει σην επίτευξη των στόχων που αναφέρονται στο άρθρο 136 της συνθήκης,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:


Άρθρο 1

Η παρούσα οδηγία αποσκοπεί στην υλοποίηση της συμφωνίας πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που εμφαίνεται στο παράρτημα και η οποία συνήφθη στις 18 Μαρτίου 1999 μεταξύ διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα (CES, UNICE και CEEP).


Άρθρο 2

Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι απαραίτητες για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία το αργότερο στις 10 Ιουλίου 2001 ή διασφαλίζουν, το αργότερο την ημερομηνία αυτή, ότι οι κοινωνικοί εταίροι λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα μέσω συμφωνίας, τα δε κράτη μέλη οφείλουν να λαμβάνουν κάθε απαραίτητο μέτρο που να τους επιτρέπει ανά πάσα στιγμή να είναι σε θέση να διασφαλίζουν τα αποτελέσματα που επιβάλλει η παρούσα οδηγία. Ενημερώνουν αμέσως σχετικά την Επιτροπή.

Τα κράτη μέλη μπορούν, εάν είναι απαραίτητο και ύστερα από διαβούλευση με τους κονωνικούς εταίρους προκειμένου να ληφθούν υπόψη ιδιαίτερες δυσχέρειες ή η υλοποίηση με συλλογική σύμβαση, να διαθέτουν συμπληρωματικό χρονικό διάστημα ενός έτους κατ' ανώτατο όριο. Οφείλουν να πληροφορούν αμέσως την Επιτροπή για τα ζητήματα αυτά.

Οι διατάξεις που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο, όταν θεσπίζονται από τα κράτη μέλη, αναφέρονται στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την αναφορά αυτή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Οι λεπτομερείς διατάξεις της αναφοράς αυτής καθορίζονται από τα κράτη μέλη.


Άρθρο 3

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.


Άρθρο 4

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.


Λουξεμβούργο, 28 Ιουνίου 1999.


Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

M. NAUMANN


(1) ΕΕ C 224 της 8.9.1990, σ. 6, και ΕΕ C 305 της 5.12.1990, σ. 8.

(2) ΕΕ C 224 της 8.9.1990, σ. 4.

(3) ΕΕ C 368 της 23.12.1994, σ. 6.




ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ



CES, UNICE, CEEP

Συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου


Προοίμιο

Η συμφωνία πλαίσιο αναδεικνύει το ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν οι κοινωνικοί εταίροι στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής στρατηγικής για την απασχόληση που υιοθετήθηκε κατά την έκτακτη σύνοδο κορυφής στο Λουξεμβούργο το 1997 και, σε συνέχεια, της συμφωνίας πλαίσιο για την εργασία μερικής απασχόλησης, σηματοδοτεί μια ακόμα συμβολή προς την επίτευξη καλύτερης ισορροπίας μεταξύ "ευελιξίας στο χρόνο εργασίας και ασφάλειας για τους εργαζομένους".

Τα μέρη της παρούσας συμφωνίας αναγνωρίζουν ότι οι συμβάσεις αορίστου χρόνου είναι και θα συνεχίσουν να είναι, η γενική μορφή εργασιακών σχέσεων μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων. Αναγνωρίζουν επίσης ότι οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ανταποκρίνονται, σε ορισμένες περιστάσεις, στις ανάγκες τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων.

Η παρούσα συμφωνία καθορίζει τις γενικές αρχές και τις ελάχιστες απαιτήσεις σχετικά με την εργασία ορισμένου χρόνου, αναγνωρίζοντας ότι για τις λεπτομέρειες της εφαρμογής πρέπει να ληφθούν υπόψη τα πραγματικά στοιχεία των συγκεκριμένων εθνικών, τομεακών και εποχιακών καταστάσεων. Η συμφωνία αυτή αναδεικνύει τη βούληση των κοινωνικών εταίρων να θεσπίσουν ένα γενικό πλαίσιο για τη διασφάλιση της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, προστατεύοντάς τους από τις διακρίσεις, καθώς και για τη χρησιμοποίηση συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε μια βάση αποδοχής από τους εργοδότες και τους εργαζομένους.

Η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται στους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, εξαιρουμένων εκείνων που έχουν τοποθετηθεί από ένα πρακτορείο παροχής προσωρινού προσωπικού στη διάθεση μιας επιχείρησης. Πρόθεση των μερών είναι να εξετάσουν την ανάγκη για μια παρόμοια συμφωνία που θα αφορά την προσωρινή εργασία μέσω πρακτορείου.

Η παρούσα συμφωνία αφορά τις εργασιακές συνθήκες των εργαζομένων με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, αναγνωρίζοντας ότι θέματα που αφορούν την υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση υπάγονται στην αρμοδιότητα των κρατών μελών. Σχετικά με αυτό, οι κοινωνικοί εταίροι επισημαίνουν τη δήλωση για την απασχόληση τον Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Δουβλίνου το 1996 η οποία τόνισε μεταξύ άλλων, την ανάγκη να καταστούν τα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης πιο ευνοϊκά προς την απασχόληση με την ανάπτυξη συστημάτων κοινωνικής προστασίας που θα μπορούν να προσαρμοστούν σε νέα πρότυπα εργασίας και να παρέχουν την κατάλληλη προστασία στα άτομα που απασχολούνται με αυτές τις μορφές εργασίας. Τα μέρη της παρούσας συμφωνίας επανέλαβαν την άποψη που είχαν εκφράσει στη συμφωνία πλαίσιο του 1997 για την εργασία μερικής απασχόλησης, ότι δηλαδή τα κράτη μέλη θα πρέπει να εφαρμόσουν στην πράξη τη δήλωση αυτή χωρίς καθυστέρηση.

Επιπλέον αναγνωρίζεται επίσης ότι είναι απαραίτητες κάποιες καινοτομίες στα συμπληρωματικά συστήματα κοινωνικής προστασίας, προκειμένου να προσαρμοστούν αυτά στις τρέχουσες συνθήκες, και ειδικότερα να υπάρξει πρόβλεψη για τη δυνατότητα μεταφοράς των δικαιωμάτων.

Οι CES, UNICE και CEEP ζητούν από την Επιτροπή να υποβάλει την παρούσα συμφωνία πλαίσιο στο Συμβούλιο ώστε να ληφθεί απόφαση και να καταστούν δεσμευτικές οι απαιτήσεις αυτές στα κράτη μέλη που είναι μέρη της συμφωνίας για την κοινωνική πολιτική, η οποία έχει προσαρτηθεί στο πρωτόκολλο αριθ. 14 σχετικά την κοινωνική πολιτική, το οποίο προσαρτάται στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

Τα μέρη της συμφωνίας καλούν την Επιτροπή, στην πρότασή της για την εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας, να ζητήσει από τα κράτη μέλη να θεσπίσουν τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που απαιτούνται για τη συμμόρφωση με την απόφαση του Συμβουλίου, το αργότερο δύο έτη μετά την έκδοση της απόφασης ή να εξασφαλίσουν(1) ότι οι κοινωνικοί εταίροι λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα σε συμβατική βάση έως το τέλος της περιόδου αυτής. Τα κράτη μέλη μπορούν, εάν είναι αναγκαίο και ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους, προκειμένου να συνεκτιμηθούν ιδιαίτερες δυσκολίες ή η εφαρμογή μιας συλλογικής σύμβασης, να διαθέτουν ένα κατ' ανώτατο όριο συμπληρωματικό έτος για να συμμορφωθούν με την παρούσα διάταξη.

Τα μέρη της συμφωνίας ζητούν να λαμβάνεται η γνώμη των κοινωνικών εταίρων προτού τα κράτη μέλη θεσπίζουν νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για τη συμμόρφωση με την παρούσα συμφωνία.

Με κάθε επιφύλαξη όσον αφορά το ρόλο των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, τα μέρη της παρούσας συμφωνίας ζητούν όπως κάθε θέμα που αφορά την ερμηνεία της παρούσας συμφωνίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο τους κοινοποιείται από την Επιτροπή για γνωμοδότηση.

Γενικές παρατηρήσεις

1. Έχοντας υπόψη τη συμφωνία για την κοινωνική πολιτική που προσαρτάται στο πρωτόκολλο (αριθ. 14) σχετικά με την κοινωνική πολιτική, το οποίο είναι προσαρτημένο στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 3 παράγραφος 4 και το άρθρο 4 παράγραφος 2 της συμφωνίας αυτής·

2. εκτιμώντας ότι το άρθρο 4 παράγραφος 2 της συμφωνίας για την κοινωνική πολιτική προβλέπει ότι οι συμφωνίες που συνάπτονται σε κοινοτικό επίπεδο υλοποιούνται όταν το ζητούν από κοινού τα υπογράφοντα μέρη, με απόφαση του Συμβουλίου μετά από πρόταση της Επιτροπής·

3. εκτιμώντας ότι, στο δεύτερο έγγραφο διαβούλευσης σχετικά με την ευελιξία του χρόνου εργασίας και την ασφάλεια των εργαζομένων, η Επιτροπή ανακοινώνει την πρόθεσή της να προτείνει ένα νομικά δεσμευτικό κοινοτικό μέτρο·

4. εκτιμώντας ότι, στη γνώμη του για την πρόταση οδηγίας για τη μερική απασχόληση, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κάλεσε την Επιτροπή να υποβάλει αμέσως προτάσεις για οδηγίες σχετικά με άλλες μορφές ευέλικτης εργασίας, όπως η εργασία ορισμένου χρόνου και η προσωρινή εργασία μέσω πρακτορείου·

5. εκτιμώντας ότι, στα συμπεράσματα της έκτακτης συνόδου κορυφής για την απασχόληση που εγκρίθηκαν στο Λουξεμβούργο, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο κάλεσε τους κοινωνικούς εταίρους να διαπραγματευτούν συμφωνίες που θα αποσκοπούν "στον εκσυγχρονισμό της οργάνωσης της εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των ευέλικτων εργασιακών προτύπων, προκειμένου να καταστούν οι επιχειρήσεις παραγωγικές και ανταγωνιστικές και να επιτευχθεί η αναγκαία ισορροπία μεταξύ ευελιξίας και ασφάλειας"·

6. εκτιμώντας ότι οι συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου αποτελούν τη γενική μορφή εργασιακών σχέσεων και συμβάλλουν στην ποιότητα ζωής των εργαζομένων και βελτιώνουν την απόδοση·

7. εκτιμώντας ότι η χρήση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου βάσει αντικειμενικών λόγων είναι ένας τρόπος για να προληφθεί η κατάχρηση·

8. εκτιμώντας ότι οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου αποτελούν χαρακτηριστικό στοιχείο της απασχόλησης σε ορισμένους τομείς, επαγγέλματα και δραστηριότητες που μπορεί να εξυπηρετεί και τους εργοδότες και τους εργαζομένους·

9. εκτιμώντας ότι πάνω από το μισό των εργαζομένων με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι γυναίκες και ότι η παρούσα συμφωνία μπορεί, συνεπώς, να συμβάλει στη βελτίωση της ισότητας των ευκαιριών μεταξύ ανδρών και γυναικών·

10. εκτιμώντας ότι η παρούσα συμφωνία παραπέμπει στα κράτη μέλη και τους κοινωνικούς εταίρους για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής των γενικών αρχών της, των ελάχιστων απαιτήσεων και διατάξεων, ώστε να ληφθεί υπόψη η κατάσταση σε κάθε κράτος μέλος, και οι ιδιαίτερες συνθήκες ορισμένων τομέων και επαγγελμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων εποχιακής φύσης·

11. εκτιμώντας ότι η παρούσα συμφωνία λαμβάνει υπόψη την ανάγκη να βελτιωθούν οι απαιτήσεις της κοινωνικής πολιτικής, να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα της κοινοτικής οικονομίας και να αποφευχθεί η επιβολή διοικητικών, οικονομικών και νομικών δεσμεύσεων που παρεμποδίζουν τη δημιουργία και την ανάπτυξη των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων·

12. εκτιμώντας ότι οι κοινωνικοί εταίροι βρίσκονται στην καλύτερη θέση για την εξεύρεση λύσεων που να ανταποκρίνονται στις ανάγκες και των εργοδοτών και των εργαζομένων, και ότι θα τους δοθεί συνεπώς ιδιαίτερος ρόλος κατά την υλοποίηση και την εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας,

ΤΑ ΥΠΟΓΡΑΦΟΝΤΑ ΜΕΡΗ ΣΥΝΗΨΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΣΥΜΦΩΝΙΑ:

Σκοπός (ρήτρα 1)

Σκοπός της παρούσας συμφωνίας πλαισίου είναι:

α) η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της μη διάκρισης·

β) η καθιέρωση ενός πλαισίου για να αποτραπεί η κατάχρηση που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου.

Πεδίο εφαρμογής (ρήτρα 2)

1. Η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζομένους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική σε κάθε κράτος μέλος.

2. Τα κράτη μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/και οι κοινωνικοί εταίροι μπορούν να αποφασίσουν ότι η παρούσα συμφωνία δεν εφαρμόζεται:

α) στις σχέσεις βασικής επαγγελματικής κατάρτισης και τα συστήματα μαθητείας·

β) στις συμβάσεις ή τις σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού δημόσιου ή από το δημόσιο υποστηριζόμενου προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης.

Ορισμοί (ρήτρα 3)

1. Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, ως "εργαζόμενος ορισμένου χρόνου" νοείται ένα πρόσωπο που έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου συναφθείσα απευθείας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου, η λήξη της οποίας καθορίζεται από αντικειμενικούς όρους, όπως παρέλευση συγκεκριμένης ημερομηνίας, η ολοκλήρωση συγκεκριμένου έργου ή πραγματοποίηση συγκεκριμένου γεγονότος.

2. Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, ως "αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου" νοείται ο εργαζόμενος που έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου στην ίδια επιχείρηση, και απασχολείται στην ίδια ή παρόμοια εργασία/απασχόληση, λαμβανομένων υπόψη των προσόντων ή των δεξιοτήτων.

Όπου δεν υπάρχει αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου στην ίδια εκμετάλλευση, η σύγκριση πρέπει να γίνεται με αναφορά στην εκάστοτε εφαρμοζόμενη συλλογική σύμβαση, ή όταν δεν υπάρχει οικεία συλλογική σύμβαση, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, ή τις εθνικές συλλογικές συμβάσεις ή πρακτικές.

Αρχή της μη διάκρισης (ρήτρα 4)

1. Όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου μόνο επειδή έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.

2. Όπου κρίνεται αναγκαίο, εφαρμόζεται η αρχή "pro rata temporis".

3. Οι λεπτομέρειες εφαρμογής της παρούσας ρήτρας καθορίζονται από τα κράτη μέλη ύστερα από διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους ή/και από τους κοινωνικούς εταίρους, λαμβάνοντας υπόψη την κοινοτική νομοθεσία και τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις και την πρακτική σε εθνικό επίπεδο.

4. Η απαιτούμενη περίοδος προϋπηρεσίας σε σχέση με ιδιαίτερες συνθήκες απασχόλησης θα είναι η ίδια για τους εργαζομένους ορισμένου χρόνου όπως και για τους εργαζομένους αορίστου χρόνου εκτός από την περίπτωση που δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους διαφορετική διάρκεια της περιόδου προϋπηρεσίας.

Μέτρα για την αποφυγή κατάχρησης (ρήτρα 5)

1. Για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, συλλογικές συμβάσεις ή πρακτική, ή/και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα, για την πρόληψη των καταχρήσεων λαμβάνουν κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή/και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα:

α) αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας·

β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου·

γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας.

2. Τα κράτη μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποιες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου:

α) θεωρούνται "διαδοχικές"·

β) χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου.

Ενημέρωση και ευκαιρίες απασχόλησης (ρήτρα 6)

1. Οι εργοδότες ενημερώνουν τους εργαζομένους ορισμένου χρόνου για κενές θέσεις που είναι διαθέσιμες στην επιχείρηση ή την εκμετάλλευση ώστε να εξασφαλιστεί ότι έχουν τις ίδιες ευκαιρίες να διεκδικήσουν μόνιμες θέσεις όπως και άλλοι εργαζόμενοι. Η ενημέρωση αυτή μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσω μιας γενικής ανακοίνωσης σε κατάλληλο μέρος μέσα στην επιχείρηση ή την εκμετάλλευση.

2. Στο μέτρο του δυνατού, οι εργοδότες πρέπει να διευκολύνουν την πρόσβαση των εργαζομένων ορισμένου χρόνου σε κατάλληλες ευκαιρίες κατάρτισης, ώστε να ενισχύονται οι δεξιότητές τους, η εξέλιξη της επαγγελματικής σταδιοδρομίας τους και η επαγγελματική κινητικότητά τους.

Ενημέρωση και διαβούλευση (ρήτρα 7)

1. Οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό του κατώτατου ορίου πάνω από το οποίο μπορούν τα αντιπροσωπευτικά όργανα των εργαζομένων που προβλέπονται από την εθνική και την κοινοτική νομοθεσία να συγκροτούνται μέσα στην επιχείρηση σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις.

2. Οι λεπτομέρειες εφαρμογής της ρήτρας 7.1 καθορίζονται από τα κράτη μέλη ύστερα από διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους, ή/και από τους κοινωνικούς εταίρους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, συλλογικές συμβάσεις και πρακτικές και τηρουμένης της ρήτρας 4.1.

3. Στο μέτρο του δυνατού, οι εργοδότες θα μεριμνούν για την παροχή κατάλληλης ενημέρωσης στα υπάρχοντα αντιπροσωπευτικά όργανα των εργαζομένων σχετικά με την απασχόληση ορισμένου χρόνου στην επιχείρηση.

Διατάξεις εφαρμογής (ρήτρα 8)

1. Τα κράτη μέλη ή/και οι κοινωνικοί εταίροι μπορούν να διατηρήσουν ή να εισαγάγουν ευνοϊκότερες διατάξεις για τους εργαζομένους από τις διατάξεις της παρούσας συμφωνίας.

2. Η παρούσα συμφωνία δεν θίγει άλλες ειδικότερες κοινοτικές διατάξεις και ιδιαίτερα τις κοινοτικές διατάξεις που αφορούν την ίση μεταχείριση και τις ίσες ευκαιρίες ανδρών και γυναικών.

3. Η εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση επαρκή αιτιολογία για την υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εργαζομένων στον τομέα που καλύπτεται από την παρούσα συμφωνία.

4. Η παρούσα συμφωνία δεν θίγει το δικαίωμα των κοινωνικών εταίρων να συνάπτουν, στο κατάλληλο επίπεδο, συμπεριλαμβανομένου του ευρωπαϊκού, συμβάσεις με τις οποίες προσαρμόζονται ή/και συμπληρώνονται οι διατάξεις της παρούσας συμφωνίας, κατά τρόπο που να συνεκτιμούνται οι ιδιαίτερες ανάγκες των εν λόγω κοινωνικών εταίρων.

5. Η πρόληψη και η αντιμετώπιση των διαφορών και καταγγελιών που προκύπτουν από την εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας γίνονται σύμφωνα με την νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις και πρακτικές σε εθνικό επίπεδο.

6. Τα υπογράφοντα μέρη θα εξετάσουν την εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας πέντε έτη μετά την ημερομηνία της απόφασης τον Συμβουλίου, αν το ζητήσει ένα από τα μέρη της παρούσας συμφωνίας.

Fritz VERZETNITSCH

Πρόεδρος της CES

Georges JACOBS

Πρόεδρος της UΝΙCE

Αntonio CASTELLANO ΑUΥΑΝΕT

Πρόεδρος του CΕΕP

Emilio GABAGLIO

Γενικός Γραμματέας της CES

Dirk F. HUDIG

Γενικός Γραμματέας της UNICE

Jytte FREDENSBORG

Γενικός Γραμματέας του CEEP

18 Μαρτίου 1999.


(1) Κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 4 της συμφωνίας για την κοινωνική πολιτική που προσαρτάται στο πρωτόκολλο (αριθ. 14) σχετικά με την κοινωνική πολιτική, το οποίο προσαρτάται στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.